Do not leave the path


August 2014

New Book on Kennewick Man Details Hard Life in Paleoamerica

Kennewick reconstruction by Brittany Tatchell

The labor-intensive reconstruction of Kennewick Man’s face involved skeletal anatomists, model makers, forensic and figurative sculptors, a photographic researcher, and a painter. (Credit: Sculpted bust by StudioEIS, based on forensic facial reconstruction by sculptor Amanda Danning. Photograph by Brittany Tatchell.)

If you think you have it tough, consider Kennewick Man. The early American lived nearly 9,000 years ago and was likely in constant pain. He suffered from one injury after another, and his lifestyle offered little time for rest and recovery. That’s one of the numerous findings revealed in the new book,Kennewick Man: The Scientific Investigation of an Ancient American Skeleton (Texas A&M University Press). 

Edited by Smithsonian forensic anthropologist Doug Owsley and Richard Jantz, emeritus physical anthropologist at the University of Tennessee, the book contains 32 chapters that contextualize and analyze this iconic skeleton. The ancient bones were first discovered along the Columbia River, nearKennewick, Washington in 1996. The nearly complete skeleton offers researchers a rare case study of life in Paleoamerica. 

“Kennewick Man’s bones tell his story, if you know how to read them,” says Owsley. He and his co-investigators studied every bone and tooth in meticulous detail—there are three chapters dedicated just to teeth. His smile? It was nice, until his teeth were almost worn away, “because of abrasive contaminants in the diet and use of his teeth in task-related activities,” writes John L. Hayes, author of a chapter on the skeleton’s orthodontics. 

Bruwelheide, Owsley

Smithsonian forensic anthropologists Kari Bruwelheide and Doug Owsley conduct a thorough inventory of every tooth and bone from Kennewick Man. (Credit: Chip Clark, Smithsonian Institution)

The book demonstrates how much we can learn about an individual’s environment and lifestyle from their remains. Bone biographies are inherently personal, but the scientific portrait of this ancient skeleton is surprisingly vivid. It takes us to the edge of what we can know about one Paleoamerican. Here is a sampling of the researchers’ findings: 

  • Size and Stature: 5 feet 7 inches tall and roughly 160 pounds, Kennewick Man was “wide-bodied and massive.”
  • Approximate age at death: 40.
  • Diet & Origin: Although his remains were found far inland, it doesn’t appear that Kennewick Man ate many of the local plants and terrestrial herbivores, like deer and elk. This is what researchers concluded from analyzing the carbon and nitrogen isotope values found in his bone collagen. The evidence suggests that he was not a longtime resident of southeastern Washington, but instead was traveling through. The scientists think Kennewick Man lived most of his life along the northern northwest coast, eating seals and fish.
  • A Tough Life: Kennewick Man was not a stranger to pain. At some point he fractured six ribs; developed a baseball-type injury in his right shoulder—likely from forceful and repeated spear throwing; and was hit in his right hip by a 2-inch-long projectile point. It’s difficult to imagine walking around with a stone blade embedded in your hip, but the growth of new bone around the injury shows that Kennewick Man did just that…for many years.
  • Cause of death: currently unknown.
Kennewick hip bone

The two-inch long stone blade embedded in his hip is perhaps the most dramatic feature of Kennewick Man’s skeleton. Scientists hope to discover the type of rock it’s made from to better understand the location and circumstances surrounding the injury. (Credit: Chip Clark, Smithsonian Institution)

Scientific tools have advanced since researchers investigated Kennewick Man’s remains nearly a decade ago. The book closes with a vision for future research that includes ancient DNA sequencing; identification of the type of rock embedded in his hip; and measuring the isotope values of a tooth for additional clues about where he lived and what he ate as a child. While no one is planning on writing another 669 pages on this iconic skeleton, it’s easy to imagine it happening. As Owsley puts it, “Kennewick Man has more to say.” 

Editor’s Note: Want More? Writer Douglas Preston explores Kennewick Man’s story in greater detail in the September 2014 issue of Smithsonian Magazine. To discover more about the field of forensic anthropology, visit the website for the past exhibit, Written in Bone.

By Tina Tennessen, Smithsonian’s National Museum of Natural History

Αγριοι και δολοφόνοι—Wild and murderers

Something from a Greek newspaper. It worth to translate it.

Η χριστιανική θρησκεία διαθέτει εκατοντάδες άγιους, μάρτυρες-ήρωες, ή ενάρετους φιλάνθρωπους με σπουδαίο έργο που αγιοποιήθηκαν μέσα από το λαό. Ωστόσο πίσω από τα εικονίσματα κρύβονται μερικές φορές δολοφόνοι και εγκληματίες κατά συρροήν που όμως… μετανόησαν ή έγιναν «χορηγοί» της Εκκλησίας που τους αγιοποίησε.

Οι «άγιοι-δολοφόνοι» είναι συνήθως αυτοκράτορες, επίσκοποι ή πατριάρχες και γυναίκες σύζυγοι ή μητέρες αυτοκρατόρων που εξαγόρασαν την αγιοποίησή τους με «υπηρεσίες» όπως δωρεές, ανέγερση εκκλησιών, ευνοϊκούς νόμους. Ο Μέγας Κωνσταντίνος είναι ένας κατά συρροήν δολοφόνος αφού σκότωσε γαμπρό, γιο, εγγονό και τη σύζυγό του μαζί με χιλιάδες θύματα στους πολέμους του. Ο Μέγας Θεοδόσιος βαρύνεται ανάμεσα σε άλλα και με τη Σφαγή του Ιππόδρομου στη Θεσσαλονίκη το 590 μ.Χ. με επτά έως δεκαπέντε χιλιάδες θύματα, όταν μεταξύ των άλλων απαγόρευσε την ομοφυλοφιλία.

Πολλές αγίες, όπως η Ειρήνη η Αθηναία, έχουν σκοτώσει ακόμα και τα παιδιά τους, αλλά έγιναν εικονίσματα. Ο Ιουστινιανός και η Θεοδώρα με μια άλλη σφαγή τριάντα πέντε χιλιάδων στη Στάση του Νίκα είναι επίσης άγιοι. Ακόμα και ο Κύριλλος, ο ηθικός αυτουργός της δολοφονίας της Υπατίας που κομμάτιασαν και έκαψαν «χριστιανοί παρακρατικοί» στην Αλεξάνδρεια.

Αλλοι είναι άγιοι με το σπαθί τους, όπως ο Νικηφόρος Φωκάς που έσφαζε αλλά στο όνομα του Κυρίου. Φυσικά υπάρχουν και… καλοί άγιοι, όπως είναι οι χιλιάδες μάρτυρες, αλλά όπως στη Γη έτσι και στον Παράδεισο δεν υπάρχει δικαιοσύνη. Η αγιοποίηση εγκληματιών πολέμου και «βασανιστών» την εποχή του χριστιανικού «Ιερού Πολέμου» δεν γίνεται δεκτή πάντα από το πλήθος που ξεχωρίζει τους καλούς και τους… κακούς αγίους. Μάλλον κανένας δεν ασχολείται με τον Αγιο Πορφύριο ή τον Αγιο Μεθόδιο και δεκάδες άλλους αγίους της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας που δεν θα διστάσουν πολλές φορές να ξεθάψουν τα κόκαλα των αντιπάλων τους για να τα αναθεματίσουν, να τα μαστιγώσουν και να τα κάψουν.

Η αναγνώριση των αγίων στην αρχή είχε τοπικό χαρακτήρα. Αρκούσε η αναγραφή των αγίων στα μαρτυρολόγια – αγιολόγια, μηνολόγια. Αλλες φορές γινόταν με συνοδική πράξη της Εκκλησίας. Οι προϋποθέσεις κατά τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων Νεκτάριο ήταν «Ορθοδοξία άμωμος, αρετή και πίστις μέχρις αίματος και η παρά Θεού επίδειξις σημείων υπερφυών τε και θαυμάτων».

Η «αγιοποίηση» από τη ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία του εκτελεσθέντος από τους μπολσεβίκους τσάρου Νικολάου Β’ της δυναστείας των Ρομανόφ δημιούργησε πολλά ερωτήματα. Η αγιοποίηση του Αγίου Νεκταρίου, σαράντα χρόνια μετά το θάνατό του το 1961, προκάλεσε σχόλια και αντιδράσεις. Ποιος αποφασίζει για το ποιος είναι άγιος;

Πολύ συχνά η αγιοποίηση συνδέεται και με άλλα θέματα, όπως το παγκάρι, καθώς η αξία του αγίου είναι ανεβασμένη. Ο περίφημος μητροπολίτης Αττικής Παντελεήμων -που βρέθηκε πάμπλουτος στη φυλακή- ενεπλάκη σε διαμάχη με τις μοναχές του γυναικείου μοναστηριού του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στη Νέα Μάκρη. Το θέμα δεν ήταν η διαχείριση των λειψάνων του θαυματουργού Οσίου Εφραίμ. Ηταν τα έσοδα από τον οβολό των πιστών που προσέρχονται αθρόως καθημερινά στο μοναστήρι προκειμένου να προσκυνήσουν τα λείψανα που αποκαλύφθηκαν έπειτα από όραμα που είδε η άλλοτε ηγουμένη του μοναστηριού.

Η ανακομιδή των λειψάνων είναι απαραίτητη όπως και η πράξη ανακήρυξης ή μια ιδιαίτερη ακολουθία. Αλλά δεν είναι πάντα άγιοι όσοι εμφανίζονται ως άγιοι. Ανάλογα με τον τίτλο τους, άγιος, όσιος, οσιομάρτυς, μέγας, ισαπόστολος, οι χιλιάδες άγιοι ακολουθούν μια διαβάθμιση ανάλογα με τα… αστέρια τους. Αλλά οι πραγματικοί άγιοι -όπως λέει και το σχετικό άσμα- δεν παριστάνουν τον άγιο. Είναι ακόμα και χωρίς φωτοστέφανο.


Μέγας Κωνσταντίνος και Αγία Ελένη

Ο Φλάβιος Βαλέριος Κωνσταντίνος, ο Ιλλυριός είναι ο κτίστης της Κωνσταντινούπολης – Νέας Ρώμης. Οταν θέσπισε ως αργία την Κυριακή την αφιέρωσε στον Ηλιο. Ο πεθερός του Μαξιμιανός, που προσπάθησε να δολοφονήσει τον Κωνσταντίνο ενώ εκείνος κοιμόταν, συνελήφθη και λίγο καιρό αργότερα βρέθηκε απαγχονισμένος στο δωμάτιό του. Ο Κωνσταντίνος υποστήριζε σταθερά ότι ο πεθερός του αυτοκτόνησε, ενώ ο Μαξέντιος, ο γιος του Μαξιμιανού, κατηγορούσε τον Κωνσταντίνο για το θάνατο του πατέρα του. Το γιο του τον σκότωσε επειδή πίστευε ότι έχει σχέση με τη μητριά του Φαύστα την οποία με συμβουλή της επίσης Αγίας Ελένης -μητέρας του- δολοφόνησε πετώντας την σε καυτό νερό στα λουτρά. Υστερα σκότωσε το γαμπρό του Μαξιμίνο και τον αντίπαλό του Λικίνιο που είχε καταφύγει ικέτης στη Θεσσαλονίκη.

Το βασικό επιχείρημα των θεωρητικών της Εκκλησίας, που τον τιμά ως άγιο, είναι πως τα εγκλήματά του τα έκανε ως ειδωλολάτρης. Αλλά είχε δει το περίφημο όραμα που τον οδήγησε στο χριστιανισμό -από διώκτης του στο πλάι του Διοκλητιανού- όταν ανέσυρε το πτώμα του Μαξέντιου από τον Τίβερη, το αποκεφάλισε και το κάρφωσε σε ένα παλούκι για να το περιφέρει στους δρόμους της Ρώμης. Ο Μαξέντιος ήταν ο αδελφός της γυναίκας του Φαύστας.

Το περίφημο διάταγμα των Μεδιολάνων, που προέβλεπε ανεξιθρησκία και σταματούσε τους διωγμούς των χριστιανών, υπογράφηκε το 313 μ.Χ. Ο Λικίνιος -που ήταν γαμπρός του- νικήθηκε το 325 μ.Χ. από τον Κωνσταντίνο και το γιο του Κρίσπο. Χάρη στην κόρη του Κωνσταντία, την οποία είχε παντρέψει δεκαοκτάχρονη ακόμη με τον 45άχρονο αντίπαλό του, αρχικά χάρισε στον Λικίνιο τη ζωή του. Στη συνέχεια διέταξε την εκτέλεσή του. Μαζί με το γαμπρό του εκτέλεσε και τον εντεκάχρονο γιο του Λικινιανό.

Πέθανε το 337 και η Ρωμαϊκή Σύγκλητος τον θεοποίησε, ενώ η Εκκλησία τον ονόμασε άγιο, μέγα και ισαπόστολο. Είχε διώξει χριστιανούς -«αρειανούς»- και είχε συλήσει αρχαίους ναούς κι αγάλματα αφαιρώντας το χρυσάφι κα το ασήμι. Η μνήμη του με τη μητέρα του Αγία Ελένη γιορτάζεται στις 21 Μαΐου. Η Καθολική Εκκλησία δεν τον αναγνωρίζει ως άγιο.

Η μητέρα του Κωνσταντίνου ήταν κόρη ξενοδόχου από το Δράπανο Βιθυνίας. Παντρεύτηκε τον ερωτευμένο μαζί της Ιλλυριό αξιωματικό Κωνστάντιο Χλωρό. Μερικές πηγές την αναφέρουν ως «κοινή γυναίκα» που εργαζόταν σε πανδοχείο.

Μετά το γάμο της ακολούθησε το σύζυγό της στις εκστρατείες και το 274, στη σημερινή Νίσσα της Σερβίας, η Ελένη γέννησε το γιο τους, Κωνσταντίνο. Ο γάμος οδηγήθηκε τελικά σε διαζύγιο και ο Κωνσταντίνος μετά το θάνατο του πατέρα του ανακηρύσσεται από τους στρατιώτες στο Γιορκ της Μεγάλης Βρετανίας Καίσαρας. Η μητέρα του ανακηρύσσεται Αυγούστα.

Οι αλλεπάλληλοι φόνοι -γιου, εγγονού, γαμπρού, νύφης- έγιναν με τη συμμετοχή της, αλλά εκείνη έγινε χριστιανή μετά τα εξήντα κι ασχολήθηκε με τη φιλανθρωπία χτίζοντας πτωχοκομεία, νοσοκομεία, ορφανοτροφεία. Το ταξίδι της στην Παλαιστίνη, οι ανασκαφές εκεί και οι πολλές εκκλησίες που έχει χτίσει στην Κύπρο, την Πάρο και τα Ιεροσόλυμα μαζί με την ανεύρεση του Τίμιου Ξύλου την έχουν μυθοποιήσει ως ισαπόστολο και αγία.

Οι ιστορικοί διατηρούν επιφυλάξεις για την ανεύρεση του Τίμιου Σταυρού. Ο Ευσέβιος δεν αναφέρει την ανακάλυψη και ο άγιος Κύριλλος, πατριάρχης Ιεροσολύμων, περιγράφει ότι ο Τίμιος Σταυρός βρίσκεται στα Ιεροσόλυμα το 351 μ.Χ., ενώ η Αγία Ελένη πέθανε το 331 μ.Χ. και δεν αναφέρει ποιος τον βρήκε.

Η Εκατονταπυλιανή χτίστηκε αργότερα από τον Ιουστινιανό, αν και υπήρχε εκεί ένα εκκλησάκι από την Αγία Ελένη. Η κυπριακή θρησκευτική παράδοση θέλει την Ελένη να παγιδεύει σε λάκκο σαράντα διαβόλους και να χτίζει η ίδια εκκλησία στο όνομά της. Μια άλλη εκκλησία στη μονή Τιμίου Σταυρού υπήρχε ήδη όταν έφτασε στην Κύπρο η Ελένη, αλλά αποδίδεται σ’ αυτήν επειδή άφησε ένα κομμάτι από το ιερό σχοινί με το οποίο είχαν δέσει τον Χριστό πάνω στο Σταυρό.

Οι δολοφονίες του εγγονού της του Κρίσπου, της νύφης της Φαύστας ξεχάστηκαν. Μερικοί λένε πως η μία από αυτές, της Φαύστας, έγινε κατ’ εντολήν της ενώ άλλοι εξετάζουν αν ήταν τότε στη Ρώμη ή όχι. Τα κίνητρά της και η προσχώρηση του γιου της στο χριστιανισμό δεν θεωρούνται από όλους ευγενή και αθώα. Η νέα θρησκεία εξελίσσεται σε μια θρησκευτική βιομηχανία, στην οποία η Αγία Ελένη διαπρέπει ως χορηγός και όχι για την αρετή της.

Η Καθολική Εκκλησία δεν δέχεται τον δολοφόνο αυτοκράτορα ως άγιο, αλλά η Ελένη γιορτάζεται ως αγία στις 18 Αυγούστου. Η Ορθόδοξη Εκκλησία την τιμά μαζί με το γιο της στις 21 Μαΐου.

Τα χρόνια της χριστιανικής τζιχάντ

Για τριακόσια χρόνια η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία συνταράσσεται από τον Ιερό Πόλεμο που άρχισε ουσιαστικά όταν ο Θεοδόσιος καθιέρωσε το «θρίαμβο της ορθοδοξίας» και επέβαλε ως επίσημη υποχρεωτική θρησκεία το χριστιανισμό με τη Δευτέρα Οικουμενική Σύνοδο.

Οι ναοί γκρεμίστηκαν, οι «μάγοι», «μάντεις», ιερείς και «φιλόσοφοι» κάηκαν ζωντανοί μαζί με βιβλία τους. Οι παραβάτες τιμωρούνται με αποκεφαλισμό. Οσοι δεν δέχονται την υποχρεωτική χριστιανική θρησκεία εξορίζονται, στραγγαλίζονται ή -ο φιλόσοφος Σιμωνίδης- καίγονται ζωντανοί.

Το 380 ο Φλάβιος Θεοδόσιος απαγόρευσε -επί ποινή θανάτου- όλες τις άλλες θρησκείες πλην της χριστιανικής. Μοναχοί καίνε και γκρεμίζουν ναούς, πυρπολούν αρχαία ιερά και βιβλία, λιντσάρουν υπόπτους. Τα Ελευσίνια Μυστήρια απαγορεύτηκαν όπως και οι Ολυμπιακοί Αγώνες. Ποτάμια αίμα κυλάνε σε όλη τη μεγάλη αυτοκρατορία. Η Σφαγή του Ιππόδρομου που ακολούθησε τέλειωσε με δεκαπέντε χιλιάδες κατακρεουργημένα σώματα.

Ο Ιουστινιανός έκλεισε την Ακαδημία των Αθηνών. Η νομοθεσία του προβλέπει να κατασπαράσσονται από θηρία, να καίγονται στην πυρά, να σταυρώνονται ή να ξεσκίζονται με σιδερόνυχα οι καταγινόμενοι την «μαντικήν» και την «ειδωλολατρίαν». Η Ιατρική απαγορεύεται ως «γνώση διαβόλου». Τα συγγράμματα καίγονται υπέρ της αφαίμαξης και των εξορκισμών. Οσοι μελετούν Μαθηματικά καταδικάζονται σε θάνατο. Και η βάπτιση είναι υποχρεωτική.

Οι ποινές είναι αποκεφαλισμός, πυρά, λιθοβολισμός, εκτύφλωση, ακρωτηριασμός και το μεταλλισθήναι – ισόβια καταναγκαστικά έργα στα μεταλλεία. Μετά το πραξικόπημα και τον αποκεφαλισμό του στρατηγού Αλέξιου Βρανά ο αυτοκράτορας Ισαάκιος Αγγελος πρόσταξε να περιαχθούν στους δρόμους της Πόλης το κεφάλι του κι ένα πόδι καρφωμένα σε παλούκια. Ο Αλέξιος Κομνηνός τον ηγέτη των Βογόμιλων τον έβρασε μέσα σε καζάνι και έστειλε ύστερα το πτώμα του στην οικογένειά του σε ένα κοφίνι.

Πολλοί από τους διώκτες των εχθρών της πίστεως αγιοποιήθηκαν. Τα ονόματα των θυμάτων του Ιερού Πολέμου -φιλόσοφοι, γιατροί, ποιητές, μαθηματικοί- χάθηκαν μέσα στα ερείπια των ναών. Ο βυζαντινός μεσαίωνας ήρθε πιο πριν από τον δυτικό. Από το 354 στους «Αποστολικούς Κανόνες» αναφέρεται:

«Απόφευγε όλα τα βιβλία των Εθνικών. Τι χρειάζεσαι τις ξένες συγγραφείς, τους νόμους και τους ψευδοπροφήτες που οδηγούν τους άφρονες μακριά από την πίστη; Τι βρίσκεις να λείπει από τις εντολές του Θεού και το αναζητάς στους μύθους των Εθνικών; Αν επιθυμείς να διαβάζεις ιστορίες έχεις το βιβλίο των Βασιλειών, αν ρητορική και ποιητική έχεις τους Προφήτες, έχεις τον Ιώβ, έχεις τις Παροιμίες, όπου θα βρεις σοφία μεγαλύτερη από κάθε ποιητική και σοφιστική, γιατί αυτά είναι τα λόγια του Κυρίου, του μόνου σοφού».

Η θρησκόληπτη Αγία Θεοδώρα

ΗΘεοδώρα ήταν κόρη αξιωματικού από την Παφλαγονία, θρησκόληπτη όσο και η μητέρα της, η Θεοκτίστη. Ο Θεόφιλος απομάκρυνε την πεθερά του από το παλάτι και την ανάγκασε να πάει σε μοναστήρι όταν διαπίστωσε ότι κατηχούσε τις κόρες του στην εικονολατρία. Μια μέρα ο γελωτοποιός του παλατιού τον φώναξε να του δείξει κάτι. Ηταν η Θεοδώρα σκυμμένη μπροστά σε μια εικόνα να την ασπάζεται. Εξαλλος ο Θεόφιλος μπήκε στο δωμάτιό της και την άκουσε να λέει πως δεν ήταν αυτό που νόμιζε. Τη χρησιμοποιούσε ως καθρέφτη.

Με το θάνατο του Θεόφιλου η Θεοδώρα αναστήλωσε τις εικόνες. Ο πατριάρχης Γραμματικός ως εικονόφιλος μαστιγώθηκε, αναθεματίστηκε και οδηγήθηκε σε μοναστήρι.

Ειρήνη η Αθηναία

Εικονόφιλη σύζυγος του εικονομάχου αυτοκράτορα Λέοντα. Οταν εκείνος πέθανε πρόωρα, ο γιος τους ήταν μόλις δέκα χρόνων. Η Ειρήνη -επίσης αγία- αντί να του παραδώσει την εξουσία, τον τύφλωσε κι εξόρισε τους γιους του Κωνσταντίνου Ε’, αφού τους έκοψε τη γλώσσα. Ο γιος της πέθανε μετά την τύφλωση. Υστερα εξέλεξε πατριάρχη με δημοψήφισμα, αποκατέστησε τις σχέσεις με τον Πάπα και οργάνωσε οικουμενική σύνοδο στη Νίκαια με τρακόσιους πενήντα επισκόπους.

Ο Αγιος Μεθόδιος

Οπατριάρχης Μεθόδιος αναθεμάτισε τον αυτοκράτορα Θεόφιλο αλλά η αγία -πλέον- σύζυγός του Θεοδώρα ζήτησε να εξαιρεθεί ο νεκρός σύζυγός της από το ανάθεμα καθώς είχε μετανοήσει. Ο άγιος το δέχτηκε και της έδωσε έγγραφη απαλλαγή, ένα συγχωχάρτι πριν τα ανακαλύψει η δυτική Εκκλησία. Το θεοκρατικό κράτος είχε έρθει. Η αναστήλωση των εικόνων έγινε με μια λαμπρή τελετή που γιορτάζεται ακόμα σήμερα την πρώτη Κυριακή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Μια εκστρατεία κατά των Παυλικιανών στη Μικρά Ασία είχε εκατό χιλιάδες θύματα.

Ο εικονόφιλος Ιωάννης ο Γραμματικός δεν θα βρει ησυχία ούτε στο Μοναστήρι όπου τον εξόρισαν, στη Μονή Κλειδίου στον Βόσπορο. Κατηγορήθηκε ότι έξυσε τα μάτια του Χριστού από μια εικόνα του Χριστού στο μοναστήρι και τιμωρήθηκε από τη Θεοδώρα με διακόσιες μαστιγώσεις. Ο Συμεών ο Μάγιστρος, που τον αναφέρει ως κατασκευαστή χρωματιστών ρούχων, τον τύφλωσε κιόλας. Οταν πέθανε ο Ιωάννης, ξέθαψαν τα κόκαλα του Ιωάννη και του Κωνσταντίνου Ε’, τα μαστίγωσαν στον Ιππόδρομο και τα έκαψαν.

Η μνήμη του γιορτάζεται στις 14 Ιουνίου.

Ο Μέγας Φώτιος

ΟΜέγας Φώτιος θα γίνει πατριάρχης το 858 με μια απίστευτη ίντριγκα ανεβαίνοντας τα σκαλιά της ιεραρχίας μέσα σε πέντε μέρες. Στις 20 εκάρη μοναχός, στις 21 διορίστηκε αναγνώστης, στις 22 υποδιάκονος, στις 23 διάκονος και την 24η -παραμονή Χριστουγέννων και μέρα εκλογής του νέου πατριάρχη- πρεσβύτερος.

Οταν ο ευεργέτης του ο Βάρδας δολοφονήθηκε, ο Φώτιος έστειλε μια επιστολή στο δολοφόνο ανιψιό τού Μιχαήλ γεμάτη χαρά που σώθηκε από έναν άνθρωπο τόσο ταπεινό και αχάριστο. Η τιμωρία του ήταν δίκαιη. Ο νέος πατριάρχης δεν παρέλειψε να γράψει πόσο σημαντικό θεωρεί τον ίδιο.

Οι διεθνείς δολοπλοκίες του οδήγησαν στο πρώτο Σχίσμα μεταξύ των δυο Εκκλησιών Ανατολής και Δύσης όταν αναθεμάτισε τον Πάπα. Τον Σεπτέμβριο του 867 ο Μιχαήλ δολοφονήθηκε. Ο Φώτιος εξορίστηκε. Ο Ιγνάτιος επανήλθε στο θρόνο του. Ο παρακοιμώμενος Βασίλειος ο Α’ -που δολοφόνησε με άλλους συνωμότες τον Βάρδα και τον Μιχαήλ, τον συναυτοκράτορα- ανέβηκε στο θρόνο ως ο πρώτος της Μακεδονικής Δυναστείας. Ο Βασίλειος επανέφερε τον Φώτιο.

Ανακηρύχθηκε άγιος της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας και η μνήμη του τιμάται στις 6 Φεβρουαρίου.


* 324 Ο Κωνσταντίνος λεηλατεί το Μαντείο του Απόλλωνος στη Μίλητο και θανατώνει με βασανιστήρια όλους τους ιερείς του με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας. Στο όρος Αθως καταστρέφονται τα ελληνικά Ιερά.

* 364 Στα χρησιμοποιούμενα βασανιστήρια κατά των Εθνικών προστίθεται ο κατακομματιασμός με σιδερένια άγκιστρα.

* 365 Εδικτο απαγορεύει στους Εθνικούς αξιωματικούς να διατάσσουν χριστιανούς στρατιώτες. Καίγονται βιβλία και οι συγγραφείς ρίχνονται στις φυλακές. Πολλοί καίγονται ζωντανοί, αποκεφαλίζονται ή στραγγαλίζονται ύστερα από φρικτά βασανιστήρια, όπως ο φιλόσοφος Σιμωνίδης.

* 380 Ο αυτοκράτωρ Φλάβιος Θεοδόσιος απαγορεύει όλες τις θρησκείες πλην της χριστιανικής.

* 387 Εις θάνατον καταδικάζονται ακόμη και όσοι απλώς μελετούν βιβλία σχετικά με την επιστήμη των Μαθηματικών.

* 389 Πλήθη μοναχών καταστρέφουν αγάλματα, βωμούς και ιερά, λιντσάρουν Εθνικούς και καίνε βιβλιοθήκες. Ο όχλος διαπομπεύει και λιθοβολεί ιερείς.

* 392 Οι «διωγμίτες» εισβάλλουν στη Σαμοθράκη και σφάζουν τους ιερείς των Καβείριων Μυστηρίων. Καταστροφή του Μαντείου του Αμμωνος Διός στην Αφυτο της Χαλκιδικής. Στις αίθουσες των δικαστηρίων «κυλούν ρυάκια αίματος», γράφει ο Λιβάνιος.

* 396 Οι Εθνικοί ιερείς στερούνται όλων των προνομίων τους και τους απαγορεύεται να ιερουργούν.

* 409 Η Ρωμαϊκή Εθνική Θρησκεία περνά έκτοτε οριστικώς στην παρανομία όπως και η Αστρολογία.

* 415 Λίγο πριν από το Πάσχα, η Εθνική φιλόσοφος Υπατία δολοφονείται από τον χριστιανικό όχλο της Αλεξάνδρειας που την έκοψε κομμάτια και την έκαψε.

* 528 Καταργούνται οι Ολυμπιακοί Αγώνες. Οι εξεγέρσεις των Ελλήνων πνίγονται στο αίμα με σαράντα χιλιάδες νεκρούς. Υποχρεωτική βάπτιση με διάταγμα του Ιουστινιανού.

* 529 Κλείνει η Ακαδημία των Αθηνών. Οι επτά τελευταίοι διδάσκαλοι καταφεύγουν στον βασιλιά των Περσών Χοσρόη.

Pilgrims’ Progress to Byzantine Jerusalem



Mother of Emperor Constantine, Helena (right, pictured with her son) was perhaps the most famous pilgrim to travel to Byzantine Jerusalem and is credited with finding the tomb of Jesus and the True Cross. UnlikeEgeria’s Travels and the journals of the Bordeaux Pilgrim and the Piacenza Pilgrim, Helena’s travels were not recorded in a personal journal. Rather we learn about her pilgrimage through the writings of others.



Jerusalem has been revered as a holy city for millennia—with pilgrims a staple feature in its bustling streets. Egeria’s Travels and the journals of the Bordeaux Pilgrim and the Piacenza Pilgrim demonstrate that this was as true in the Byzantine period as it is today.

In the September/October 2014 issue of BAR, “After Hadrian’s Banishment: Jews in Christian Jerusalem”examines the diverse population of Byzantine Jerusalem. Despite being banned from living in Jerusalem after the Bar-Kokhba Revolt (132–135 A.D.), Jews were once again living in the city by the Byzantine period.

The Roman emperor Hadrian, who was responsible for expelling the Jews from Jerusalem, renamed the city Aelia Capitolina in the second century and left it to an overwhelmingly pagan population—Roman soldiers and citizens and the Hellenized residents of Palestine. When Constantine made Christianity a lawful religion in 325 A.D., Jerusalem became a Christian city. However, far from being transformed overnight, the population of Byzantine Jerusalem remained diverse with minorities, such as Jews, living in the city.

An interesting facet of this population was pilgrims—both Christian and Jewish. Traveling from distant lands, pilgrims came to worship in the Holy Land. Their accounts—from Egeria’s Travels and the journals of the Bordeaux Pilgrim and the Piacenza Pilgrim to the better-known writings about Helena, mother of Constantine, and Eudocia, wife of Theodosius II—offer valuable insight into life in Byzantine Jerusalem and the Holy Land. Egeria’s Travels even included a map.

While some pilgrims are known to us by name, such as Egeria the nun (author of Egeria’s Travels), others remain anonymous, like the Bordeaux Pilgrim and the Piacenza Pilgrim.

The Bordeaux Pilgrim is the earliest known Christian pilgrim who left an account of his journey to the Holy Land. Chronicling his travels in 333–334, the pilgrim began in Burdigala—modern-day Bordeaux in France, hence the name the Bordeaux Pilgrim—and passed through northern Italy, the Danube Valley, Constantinople, Asia Minor and Syria on his way to Byzantine Jerusalem. The journal kept by the Bordeaux Pilgrim is known as the Itinerarium Burdigalense. While the original copy of his journal is lost, the Itinerarium Burdigalense was transmitted over several centuries and survived in four early manuscripts written between the eighth and tenth centuries.

In his journal, the Bordeaux Pilgrim describes how Jews visited the Temple Mount and mourned upon “a pierced stone” (lapis pertusus).

Egeria was a pious woman from Galicia, Spain, who traveled around the Holy Land in the years 381 to 384 A.D. Writing in Latin, she chronicled her travels in a devout letter—the Itinerarium Egeriaeor Egeria’s Travels. Many believe that she was a nun because she addressed her letter to her “beloved sisters.”



Only fragments of Egeria’s Travels have survived, the original letter long since lost. The middle section of Egeria’s Travels, documenting about four months of her pilgrimage, was preserved in the 11th-century manuscript Codex Aretinus. This medieval manuscript also went missing for several centuries, but it was rediscovered in 1884 at the monastic library in S. Maria in Arezzo, Italy, by Italian scholar Gian Francesco Gamurrini.

Egeria described holy sites in Byzantine Jerusalem, detailing religious processions and rituals among Christians. Her account provides useful information about liturgical worship in the fourth century, when the church calendar was still developing. For instance, Egeria visited Byzantine Jerusalem before December 25 was fixed and recognized as Jesus’ birthday. However, at this time she documented that there was already a procession from the Church of the Holy Sepulchre to Mount Zion that took place on the Sunday of Pentecost.

The anonymous Piacenza Pilgrim journeyed to the Holy Land in the 570s from the city of Piacenza in northern Italy. Itinerarium Antonini Placentini, his journal, overflows with wondrous tales from his travels. It recounts traditions about holy sites and relics and includes interesting anecdotes—some which seem nothing short of miraculous. When witnessing a baptism in the Jordan River on the Feast of Epiphany, the pilgrim describes how the waters stood still: “At dawn … the priest goes down to the river. The moment he starts blessing the water the Jordan turns back on itself with a roar, and the water stays still till the baptism is finished.”1 By the time the Piacenza Pilgrim visited Byzantine Jerusalem, Christmas was celebrated on December 25.

Perhaps the most famous Byzantine pilgrim was Helena, mother of Constantine the Great, who came to Jerusalem in 326–327 when she was 80 years old. Eusebius of Caesarea notes that she contributed to the construction of both the Church of the Nativity in Bethlehem and the Church of the Ascension on the Mount of Olives.



Helena is best-known for discovering Jesus’ tomb and the True Cross. Appended to his translation of Eusebius’s Ecclesiastical History, Tyrannius Rufinus relates the legend of how the empress found the True Cross: Three crosses were uncovered at a site that Helena had begun excavating, and a test was performed to determine which cross had been used to crucify Jesus. A very sick woman was brought to the crosses. Nothing happened when she touched the first two. Upon touching the third cross, however, she was miraculously healed. This proved to everyone present that Helena had found the True Cross, and the Church of the Holy Sepulchre was built over the site of discovery.

More than a hundred years after Helena, another empress took a pilgrimage to Byzantine Jerusalem. Eudocia, wife of Theodosius II, journeyed to the holy city in 439. Later, after separating from her husband the emperor, Eudocia made Jerusalem her home. The empress funded numerous construction projects, including the building of St. Stephen’s Church and monastery and the rebuilding of the wall around Mount Zion and the Siloam Pool. A skilled poet, she also wrote literature, including the epic poem Martyrdom of St. Cyprian.

Pilgrims visiting Byzantine Jerusalem—both royal and common—often purchased eulogia, implements thought to ward off evil. One type of eulogia manufactured in Byzantine Jerusalem were ampullae, hexagonal glass bottles likely used to hold holy water or oil. Ampullae with both Christian and Jewish symbols have been unearthed. These artifacts demonstrate that there were enough Christian and Jewish pilgrims traveling to Jerusalem to warrant the making of eulogia for them.

More information about the population of Byzantine Jerusalem—and about the Christian and Jewish pilgrims who visited the Holy Land—can be found in the article “After Hadrian’s Banishment: Jews in Christian Jerusalem” in the September/October 2014 issue of BAR.

Ethnic unrest

New episodes of violence and repression have heightened tensions in Xinjiang

IN THE oasis town of Kashgar, in the far western region of Xinjiang, the authorities are keen to stop the spread of uncensored news about recent bloodshed in the area. On July 28th the deadliest outbreak of unrest in years involving Muslim Uighurs took place. By official accounts nearly 100 people were killed; Uighur exiles say many more than that died. Officials have blamed the incidents on “terrorists”. Uighurs blame government heavy-handedness. Inside a clothing shop near central Kashgar, a young Uighur says many members of his ethnic group have been taken away by police in recent months, some of them merely for talking to outsiders.

In May the authorities declared a “people’s war” on terrorism in Xinjiang. The recent violence suggests victory is far away. In the attacks near Kashgar, police say that a gang of Uighurs attacked government offices with knives and axes, killing 37 people, and that 59 of the attackers were gunned down in response. Two days later one of the government’s allies in the war, the chief imam of Kashgar’s largest mosque (pictured), was stabbed to death after morning prayers. His attackers were Uighurs. The government said they were “thugs influenced by religious extremist ideology”. Two of them were shot dead and a third arrested.

The government’s increasingly repressive security measures make it difficult to gain a clear account of the recent incidents in Xinjiang, where Turkic-speaking Uighurs once formed an overwhelming majority and now feel increasingly marginalised by Han Chinese immigrants. Police routinely stop foreign journalists from approaching trouble-spots. Social media are rigorously censored. Kashgar police stop motorists going into and out of Uighur sections of the city, checking identity cards and belongings. Crimes meriting detention can include carrying too much petrol; it could be used for bomb-making.

The nervousness of the man in the clothes shop is not mere paranoia. The government encourages neighbours and friends to inform on each other. In Kashgar officials have recruited households to monitor their blocks in an authoritarian version of neighbourhood watch. On August 1st, in an anti-terror operation near the city of Hotan, south-east of Kashgar, the authorities claimed to have recruited 30,000 volunteers to help encircle and hunt down ten terror suspects, nine of whom were killed. Officials announced financial rewards of 300m yuan ($49m) for “thousands” of locals who had helped.

The government has been spooked by militant Islam in neighbouring countries (the borders of Pakistan and Afghanistan are less than 300km, or 185 miles, south of Kashgar). It worries that Uighur nationalists are using religion to assert a separate identity. At official “Project Beauty” checkpoints, Uighur women in traditional face-revealing dress reprimand passers-by wearing Islamic veils. In the north-western Xinjiang city of Karamay, a local newspaper said on August 4th that people wearing head scarves, veils or long beards were not allowed to board buses.

The authorities’ fears of terrorism are not fanciful. Random attacks on civilians are becoming more common and the violence is spreading beyond Xinjiang. In October last year Uighurs in Beijing rammed a car into a security barricade near Mao’s portrait in Tiananmen Square. The vehicle exploded, killing six people, including three inside the car. In March as many as eight Uighurs with knives attacked passengers at the railway station in Kunming, killing 29 people. Some Chinese called the incident the country’s “September 11th”, suggesting the shock was similar to that experienced by America in 2001. In April and May two attacks using explosives in the provincial capital of Xinjiang, Urumqi—one at a railway station and the other at a busy market—killed at least 46 people and injured more than 200.

Relations between Han Chinese and Uighurs in the region have deteriorated sharply since 2009, when clashes erupted in Urumqi between Uighurs and Hans, leaving around 200 dead. The government has responded by pouring in money. Xinjiang is due to be connected to the rest of China by a bullet-train track later this year; Kashgar is soon to be connected by expressway to the north of Xinjiang, which officials say will boost the city’s economy. But Uighur grievances have been exacerbated by officials’ intolerance of Islamic traditions and their emphasis on Chinese instruction in schools. Kashgar itself, an historic Uighur market city on the old Silk Road, has demolished and rebuilt vast areas of ancient neighbourhoods, heedless of residents’ complaints.

Activists say the government has used more sticks than carrots with Uighurs since Xi Jinping became China’s leader in November 2012. In January police in Beijing detained Ilham Tohti, a prominent Uighur scholar who is widely considered a moderate advocate for better treatment of Uighurs. On July 30th Mr Tohti was charged with separatism. In Beijing in May, at a meeting of senior officials to discuss Xinjiang, Mr Xi called for “nets spread from the earth to the sky” to catch terrorists.

Mr Xi and the ruling Politburo also discussed improving economic opportunities for Uighurs through even more government spending. Many Uighurs have yet to benefit from rapid urbanisation. Ma Rong, a sociologist at Peking University, found that Uighurs were one of only two ethnic groups in China among whom the proportion of farmers had grown in the decade to 2010, from 80% to almost 83% (the other being Kazakhs, a much smaller ethnic group in Xinjiang). Officials have not pursued efforts to create urban jobs for Uighurs with the same diligence as they have cracked down on their customs.

A young Uighur woman training to be a civil servant, herself a daughter of two government workers, says that as a woman she is less likely to be hassled by security personnel at checkpoints. Last year, however, in her hometown in the southern Xinjiang city of Yecheng, she walked accidentally into a security cordon in a town square. She was confronted by seven or eight men who pointed guns at her. She felt lucky to be able to say, in Chinese, that she was sorry to be there. She says she once bristled at such security measures but now understands the need for them.

Few Uighurs, however, sympathise with the authorities’ controls on their religion. The latest violence erupted at the end of the holy month of Ramadan, during which officials put pressure on teachers, students and civil servants not to observe fasting rituals. Philip Potter of the University of Michigan argues that in the long run, Chinese leaders “have painted themselves into a corner”, deepening the divide between themselves and the Uighurs they govern. Worsening unrest seems certain.

Create a free website or blog at

Up ↑